Μ. Φρέρης

Βιβλίο Μ. Φρέρη

Εκτύπωση

"Το καθεστώς" του Μ. Φρέρη (απόσπασμα)

την .

Αξιολόγηση Χρήστη:  / 0

(...)

Αν όμως το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ παραμένει, πιθανώς εκόν-άκον, αθώο από τυχόν καθεστωτικές παρεκτροπές, δεν ισχύει το ίδιο για χαμηλότερη και γεωγραφικώς στενότερη βαθμίδα της εξουσίας, υπό την οποία διατελούμε. Εννοώ την πρωτοβάθμια τοπική μας αυτοδιοίκηση και ειδικότερα το Δήμο της Ερμούπολης. Όπου μια παράταξη, η λεγόμενη «Δημοκρατική Ερμούπολη» δεν άρχει απλώς για είκοσι περίπου χρόνια. Αλλά, παραμένοντας μεν υπό την αρχική, πασοκική κομματική της αιγίδα, διευρυνόμενη δε κατά καιρούς και συχνά επιτυχώς προς άλλους κομματικούς χώρους (μηδέ της ΝΔ εξαιρουμένης) έχει, δυστυχώς, διαμορφώσει και, τα τελευταία χρόνια, εφαρμόσει μια μονοπωλιακή, ηγεμονική αντίληψη ασκήσεως της δημοτικής εξουσίας.

Όπως έχω υποχρέωση, εξηγούμαι. Η ευρεία λαϊκή της πλειοψηφία (πολύ ευρύτερη αυτής του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ), η έλλειψη οποιουδήποτε θεσμικού ή, έστω, απλώς πολιτικού αντιβάρου, η αίσθηση μιας τεχνογνωστικής ως προς την άσκηση της δημοτικής εξουσίας υπεροχής, η εμπιστοσύνη στην επικοινωνιακή πειθώ του επικεφαλής της (μπροστά στο χαμόγελο ή το βούρκωμα του «καλού παιδιού» αφοπλίζεται κάθε γκρίνια, δυσφορία ή και αγανάκτηση) έχουν καλλιεργήσει στη σημερινή δημοτική αρχή την πεποίθηση ότι και πρέπει και μπορεί να διαιωνίζεται. Μια σχετική υπό την κορυφή της παράταξης κινητικότητα (στελέχη πάνε και έρχονται, ως γνωστόν στη «Δημοκρατική Ερμούπολη»!) της προσδίδει την αναγκαία εκάστοτε ελάχιστη επίφαση ανανέωσης. Κι αν όλα πήγαιναν στην Ερμούπολη καλά, αν το έργο της δημοτικής της αρχής ήταν ικανοποιητικό, τότε η ανελαστικότητα του βασικού της επιτελείου θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμη και πλεονέκτημα.

Καθώς γνωρίζουν όμως οι αναγνώστες μου, κατά τη γνώμη του γράφοντα, οι επιδόσεις της δημοτικής αρχής δεν μπορούν να θεωρηθούν εν γένει ικανοποιητικές. Μείζονα προβλήματα που απειλούν μάλιστα με ανεπανόρθωτη καταστροφή την ίδια την προσφάτως φιλοτεχνημένη και προβεβλημένη τουριστική εικόνα του νησιού, όπως το κυκλοφοριακό της Ερμούπολης, εξακολουθούν ν’ αντιμετωπίζονται με σπασμωδική αποσπασματικότητα και ψηφοδεή αναποφασιστικότητα. Η χρηματοδοτούμενη από πακτωλό κοινοτικών πόρων «ανάπλαση» του ιστορικού κέντρου της Ερμούπολης συντελείται με αυτόματο πιλότο! Ερήμην δηλ. της εποπτείας και του ελέγχου των πολιτικών υπευθύνων του Δήμου. Με αποτέλεσμα την αμφισβήτησή της όχι μόνο από αυτοσχέδιους σαν την αφεντιά μου, αρχιτέκτονες-ενεργούς δημότες των ανά την Ερμούπολη καφετεριών και των ανά τον τοπικό τύπο μονοστήλων. Αλλά και από τεχνικώς επαΐοντες και πολιτικώς αρμοδίους, όπως ο Υπουργός Αιγαίου. Το ανακαινισμένο θέατρο «Απόλλων», δύο πλέον χρόνια μετά την ουσιαστική ολοκλήρωσή του, δεν έχει αναδειχτεί σε μόνιμο, οργανωμένο, άξονα μιας διαρκούς (επί ετήσιας βάσεως) και όχι περιοδικής (κατά την περίοδο της τουριστικής αιχμής) καλλιτεχνικής και πνευματικής ζωής. Καίριοι τομείς της δημοτικής δραστηριότητας, όπως η ύδρευση, χωλαίνουν όταν ακριβώς (δηλ. την εποχή της εξάρσεως του τουριστικού ρεύματος) πρέπει να λειτουργούν άψογα. Και το καζινικό Βατερλό τόσο των οικονομικών χειρισμών όσο και των κοινωνικών παρεμβάσεων του Δήμου μπουρδουκλώνεται αδέξια αλλ’ επίμονα πίσω από πέπλα ανεπίτρεπτης διαφάνειας. Κι αντί ο Δήμος να χειρίζεται όλες αυτές τις εντελώς ενδεικτικά αναφερόμενες υστερήσεις με την συστολή και τη σεμνότητα που αρμόζει στην, επιτέλους, ως ένα σημείο, φυσική τους δυσκολία, αντιμετωπίζει τη σχετική κριτική, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία των εκπροσώπων του, είτε με επίκληση της γενικότερης παραγωγικότητάς του είτε με αλαζονική, αυτάρεσκη και κομπορρήμονα παράκαμψή τους.

Την υποκειμενική πεποίθηση της διάρκειας και την αντικειμενική εντύπωση του ολοκληρωτικού ελέγχου της τοπικής δημόσιας ζωής μας, την υποκειμενική δηλ. και αντικειμενική αντιστοίχως υπόσταση της καθεστωτικής παραφθοράς της παρούσας δημοτικής αρχής πληρούν ωστόσο καθοριστικά δύο άλλα φαινόμενα. Αφενός η εξαιτίας της εικοσαετούς ήδη θητείας της, εξάρτηση του στελεχιακού δυναμικού του Δήμου από το στενό σταθερό πυρήνα των «ισχυρών» της και η, με έστω ήπια πελατειακά μέσα, μετατροπή του δυναμικού αυτού σε «μηχανισμό» ελέγχου όχι πλέον του Δήμου αλλά και της κοινωνίας μας ως τους πιο ιδιωτικούς φορείς και τις πιο ιδιωτικές πτυχές της. Και αφετέρου η απουσία συγκεκριμένου, τεκμηριωμένου και πειστικού πολιτικού αντιλόγου. Με διεκδικήσεις μειοψηφικής συμμετοχής π.χ. στα συνδετικά Δήμου και καζίνο(υ) όργανα ή τοπικιστικές αξιώσεις συνεδριάσεώς τους εν Ερμουπόλει ούτε φωτίζεται ούτε λύνεται το μέγα καζινικό ζήτημα. Και με σφοδρές κονταρομαχίες που όμως καταλήγουν σε ύποπτες επί πελατειακώ συμψηφισμώ ομοφωνίες δε βγαίνουμε από το αποπνικτικό κυκλοφοριακό μας τέλμα. Δεν αποκλείω καθόλου ο ίδιος ο κ. Δήμαρχος να είναι ψυχικά ξένος προς την καθεστωτική ύβρι, που έχει φθάσει μέχρι να εξαρτά την πρόσβαση στο έμψυχο και άψυχο υλικό του θεάτρου «Απόλλων» από τη δήλωση νομιμοφροσύνης στα πολιτιστικά «αφεντικά» του Δήμου. Η προσωπική και μοναχική όμως αθωότητα δεν είναι εν γένει στην πολιτική επαρκές άλλοθι. Και σίγουρα δε φτάνει για ν’ αναστείλει την, επί ενδεχομένως δικαίους και ασφαλώς αδίκους, Νέμεση, όταν έλθει η ώρα της.


Μάρκος Δ.Φρέρης

Εκτύπωση

"Η σημασία μιας Συγνώμης" του Μ. Φρέρη

την .

Αξιολόγηση Χρήστη:  / 0
Η εν Αθήναις παπική «συγγνώμη» για κατά καιρούς εχθρικές συμπεριφορές τέκνων της Καθολικής εκκλησίας προς την Ορθόδοξη ανατολική χριστιανοσύνη, συγγνώμη η οποία ευλόγως κρίθηκε ως κυρίως αναφερόμενη στην άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους της τέταρτης σταυροφορίας, θεωρήθηκε ως μείζον κέρδος της ελλαδικής εκκλησίας από την παπική επίσκεψη. Και ως κορυφαίο διπλωματικό επίτευγμα του προκαθημένου της. Που είχε, ομολογουμένως, αναλάβει, προσωπικώς απέναντι τόσο των φανατικών όσο και των διαλλακτικών, το ρίσκο της αίσιας έκβασής της.

Προηγούμενα σχόλιά μου στον ίδιο χώρο, όταν ακόμη το σχετικό αίτημα της ελλαδικής εκκλησίας παρέμενε εκκρεμές και η ικανοποίησή του φερόταν (ανεπισήμως) ως προαπαιτούμενο της παπικής επίσκεψης, έχουν εξοικειώσει τους αναγνώστες μου με την άποψή μου ότι η εξάρτηση σημερινών εξελίξεων και συμπεριφορών από γεγονότα τόσο παρωχημένα (όσο αυτά του 1204), δηλ. η περίπου χιλιετούς αντοχής μνησικακία, ούτε χριστιανικό ούτε φρόνιμο έργο είναι. Για μια ακόμη φορά σας καλώ να φανταστείτε ποια θα ήταν η κατάσταση της σημερινής Ευρώπης αν διατηρούνταν ζωντανά τα αιματοβαμμένα πάθη και μίση της Μεταρρύθμισης και της Αντιμεταρρύθμισης.

Ως ερασιτέχνης επισκέπτης των δέλτων της ιστορίας(οπωσδήποτε όμως λιγότερο κομπογιαννίτης από τους εκ τηλεοπτικών παραθύρων αυτοσχέδιους συναδέλφους μου)έχω καταλήξει κι εγώ στο συμπέρασμα ότι η λατινική άλωση της Κων/πολης είχε όντως ολέθριες συνέπειες. Όχι μόνο για την υπόσταση της έως τότε αξιοθαύμαστα ανθεκτικής ελληνόφωνης αυτοκρατορίας, στην οποία είχε μετεξελιχτεί το ανατολικό τμήμα του πάλαι ποτέ κραταιού κι ενιαίου Ρωμαϊκού imperium. Αλλά, περαιτέρω, για τις τύχες ολόκληρης της χριστιανικής Ευρώπης. Και ότι τόσο τα κίνητρα όσο και η συμπεριφορά των κατακτητών μόνο αρνητικές αξιολογήσεις επιδέχονται, απ’ οποιαδήποτε σκοπιά κι αν αυτές επιχειρηθούν. Διατηρώ, ωστόσο, ζωηρότατες αμφιβολίες αν γι’ αυτή καθαυτή την προς Κων/πολη μοιραία εκτροπή του δρομολογίου των διόλου ανιδιοτελών σταυροφόρων φέρει καμιά ευθύνη ο πνευματικός εμπνευστής της προς ανατολάς ευρωπαϊκής στρατιωτικής εξορμήσεως, δηλ. ο τότε πάπας της Ρώμης. Που ο πέραν της πνευματικής επικυριαρχίας ρόλος του περιορίστηκε στη στοιχειώδη οργανωτική συσπείρωση κάθε διαθέσιμου για περιπέτειες ένοπλου τυχοδιωκτικού ευρωπαϊκού στοιχείου προς ανάκτηση των Αγίων τόπων εκ μέρους της αποβεβλημένης εξ αυτών χριστιανοσύνης. Κι έτσι μάλλον δεν κατέλιπε στον, αρχομένου του 21ου αιώνος, διάδοχό του το χρέος, έστω απλώς φραστικής επανορθώσεως ανύπαρκτων δικών του πταισμάτων.

Αλλ’ όταν παίζουμε «εν ου παικτοίς», δηλ. όταν παίζουμε με την ιστορία σημερινά παιχνίδια, μπορεί και να μας εκδικηθεί. Ανύποπτο(σε χρονική απόσταση ασφαλείας από την παπική επίσκεψη)αφιέρωμα του ενθέτου «Ιστορικά» της «Ελευθεροτυπίας»στη δυναστεία των Κομνηνών μας θύμισε ότι λίγα χρόνια πριν από την τέταρτη σταυροφορία, το Μάιο του 1182, η βίαιη ανατροπή του νόμιμου φιλοδυτικού αυτοκράτορα και η κατάληψη της εξουσίας από τον τελευταίο Κομνηνό, τον Ανδρόνικο, συνοδεύτηκε από άγρια σφαγή των πολυάριθμων Λατίνων της Κωνσταντινούπολης. Έγραφε ο συντάκτης του σχετικού άρθρου ιστορικός(επαγγελματίας αυτός)Γεράσιμος Α. Μεριανό «…Ο Ανδρόνικος ήταν κύριος της πρωτεύουσας, αλλά πριν εισέλθει, ξέσπασε λαϊκή εξέγερση, υποκινημένη μάλλον από τον ίδιο, η οποία κατέληξε όχι μόνο στη σύλληψη και τύφλωση του πρωτοσεβαστού Αλεξίου, αλλά και στην άγρια σφαγή των Λατίνων της πρωτεύουσας(Μάιος 1182). Ο όχλος τυφλωμένος από τα αντιλατινικά του αισθήματα λεηλάτησε τις περιουσίες τους και σκότωσε όσους δεν κατόρθωσαν να ξεφύγουν. Αναμφίβολα, αυτή η εξέλιξη εξυπηρετούσε τον Ανδρόνικο, αφού η εξολόθρευση των Λατίνων, οι οποίοι είχαν στηρίξει το προηγούμενο καθεστώς, θα ενδυνάμωνε την εξουσία του και θα του χάριζε τη λαϊκή υποστήριξη. Το γεγονός αυτό, όμως, επιβάρυνε τις σχέσεις του Βυζαντίου με τη Δύση…». Το, είκοσι χρόνια αργότερα, «γιουρούσι» των αγροίκων ομοδόξων των θυμάτων της πρώϊμης αυτής «νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου» (από την ανάποδη)κατά της «βασιλίδας των πόλεων»δεν αποτελούσε, βέβαια, αντίποινα ή ανταπόδοση για το μακελειό εκείνο. Άλλα, πολύ ευτελέστερα της θρησκευτικής βεντέτας ή μισαλλοδοξίας, κίνητρα έστρεψαν τους σταυροφόρους κατά της «βασιλεύουσας». Έτσι, η εκ δυσμών κατάλυση της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας διατηρεί, παρά τ’ αντίστροφα αιματηρά προηγούμένα, ακέραιη την ιστορική της απαξία. Σκεφθείτε όμως τί θα συνέβαινε αν τωρινές δυτικές εκκλησιαστικές ή πολιτικές ηγεσίες, αντιποιούμενες την πολιτικοθρησκευτική κληρονομιά των καθολικών θυμάτων του Ανδρονίκου του Α’, προέβαλαν ως όρο υποθετικής επίσκεψης του Οικουμενικού Πατριάρχη ή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος σε κάποια καθολική χώρα την αποδοκιμασία της μαζικής εν Κων/πόλει λατινοκτονίας του Μαΐου του 1182!!

Ο Οικουμενικός, ευτυχώς, θρόνος,(ο επιτέλους μοναδικός ενδεχόμενος διάδοχος ή επίτροπος του «ένδοξού μας» πολιτειακού «βυζαντινισμού» ), άξιος του τίτλου του και του ευαγγελικού νοήματος της αποστολής του, είναι εντελώς απρόσφορος για παραλήπτης ή αποστολέας παρόμοιων αναχρονιστικών τελεσιγράφων. Εγκαινιάζοντας εδώ και σχεδόν σαράντα χρόνια ένα ειλικρινή διάλογο αγάπης με την, τουλάχιστον φύσει, αδελφή εκκλησία έχει δείξει εγκαίρως και στην πράξη πόσο έχει απεξαρτηθεί από προκατακλυσμιαίες μνησικακίες. Που επιβιώνουν μόνο ως συμπτώματα περιθωριακών φανατισμών ή ως προκαλύμματα εσωστρεφών ανταγωνισμών περιφερειακής εξουσίας και εθνοφυλετικων η μάλλον φεουδαρχικών στρεβλώσεων της, κατ’ αδήριτη θεολογική ανάγκη, οικουμενικής έννοιας της Ορθοδοξίας.

Πρόσπερος

Εκτύπωση

"Ludicare pericolosamente" του Μ. Φρέρη

την .

Αξιολόγηση Χρήστη:  / 0

Δεν είναι πολύ μακρινή η εποχή που η σοβαρότερη απειλή της ανεξαρτησίας του Έλληνα δικαστή ήταν η πίεση της εκτελεστικής εξουσίας. Χάρης σε θεσμικές βελτιώσεις της και σε εξελίξεις που επέτρεψαν την ανάπτυξη πολιτικοκοινωνικών αντιβάρων, η απειλή αυτή φαίνεται πια περιθωριακή, αν όχι ολοσχερώς εξουδετερωμένη.

Σε παλιότερο άρθρο μου είχα επισημάνει ως σοβαρότερο πλέον κίνδυνο της δικαστικής ανεξαρτησίας, ως το υποκατάστατο των μακαρία τη λήξη, κυβερνητικών επεμβάσεων στη δικαιοδοτική μας νεοτερικότητα, την ενδεχόμενη αδυναμία του δικαστή ν’ απεξαρτάται, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, από την ίδια του την ιδεολογία και να υπεισέρχεται, όπου αυτό είναι αναγκαίο ή απλώς επιτρεπτό, στην ιδεολογία του δημοκρατικά νομιμοποιημένου νομοθέτη. Οι πρόσφατες εμπειρίες μας, μεταξύ άλλων, και από το δικαστικό χειρισμό του εσχάτως, τουλάχιστον εν μέρει, διαλευκανθέντος μεταπολιτευτικού τρομοκρατικού φαινομένου ανέδειξαν, παράλληλα με τον αμέσως προηγούμενο, κι έναν άλλο κίνδυνο που σκιάζει την ελευθερία της δικαστικής κρίσης. Την αμφίστομη δαμόκλεια σπάθη της έλξης από τον ένα ή τον άλλο πόλο του περί το τρομοκρατικό φαινόμενο κοινωνικού διχασμού. Γιατί μπορεί η άλλοτε σχεδόν πλειοψηφική ευμένεια προς τους υπό ιδεολογικό μανδύα φονιάδες να έχει υποχωρήσει σε μονοψήφια ή, εν πάσει περιπτώσει, αμελητέα ποσοστά αλλ’, έστω και συρρικνωμένη, παραμένει εξαιρετικά θορυβώδης. Κι εξαντλεί, μέχρι καταχρήσεως, με την επίκληση δήθεν παραβιάσεων της την πρακτική τυποποίηση της προστασίας των ατομικών ελευθεριών. Και από την άλλη προελαύνουσα πλέον επικοινωνιακώς αντιτρομοκρατική οργή τείνει να υποβαθμίσει ανεπίτρεπτα τις, επιτέλους γενικής, και επί των κοινωνικά απεχθέστερων περιπτώσεων, ισχύος, εγγυήσεις των ελευθεριών αυτών. Ο τρομοκράτης που ίσως μέχρι στιγμής διαφεύγει τη σύλληψη, ο ανομολόγητος ιδεολογικός συμπαραστάτης των τρομοκρατών που μεταμφιέζει την αλληλεγγύη του σε υπεράσπιση των άλλοτε ιδεολογικώς καταφρονητέων ατομικών δικαιωμάτων αλλά, κι από την άλλη, το αγανακτισμένο θέμα της τρομοκρατίας ή ο απλώς διχασμένος για ασφάλεια κοινωνός προκαλούν φυγόκεντρες από την ενδεδειγμένη δικανική ουδετερότητα και ψυχρότητα ροπές.

Παρ’ όλη αυτή τη “μεταμοντέρνα” αμφίπλευρη πολιορκία της δικαστικής ανεξαρτησίας κατά την παρούσα, εκ νέου οριακή, πρόκληση της δικαιοσύνης μας, οι μέχρι σήμερα κινήσεις της χαρακτηρίζονται από ιδανικό συνδυασμό αποτελεσματικότητας και αυστηρής προσήλωσης στους ουσιωδέστατους για την εξασφάλιση των ατομικών ελευθεριών δικονομικού τύπους. Την επιτυχία της σ’ αυτές τις δυσκολότερες ίσως κατά την εξαιρετικά ολισθηρή μεταπολιτευτική της διαδρομή εξετάσεις η δικαιοσύνη μας οφείλει βέβαια, κατά σημαντικό μέρος, και στην αντιτρομοκρατική ομοφωνία των πολιτικών δυνάμεων που εκφράζουν τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Κυρίως όμως την οφείλει σε δικές της δυνάμεις. Που, παρά τις καθιερωμένες δημαγωγικές των εκάστοτε αντιπολιτευομένων, επέβαλαν, κατά το μάλλον ή ήττον, στην πολιτική ηγεσία τις ιδανικές επιλογές για τις κορυφές της δικαιοδοτικής ιεραρχίας. Με μια ηγεσία που από τους δικαστικούς λειτουργούς γίνεται αισθητή ως ασπίδα της δικαιοσύνης έναντι της κυβέρνησης και όχι ως πολιορκητικός της τελευταίας, ανεπίληπτες δικαιοδοτικές επιδόσεις της πρόσφατης και εν πλήρει εξέλιξει “τρομοκρατικής” περιπέτειας της ελληνικής δικαιοσύνης είναι απολύτως φυσικές.


Μάρκος Δ. Φρέρης

Εκτύπωση

"Οι τοιχογραφίες στην Ερμούπολη" του Μ. Φρέρη

την .

Αξιολόγηση Χρήστη:  / 0
Οι τοιχογραφίες, γενικό παρακολούθημα της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, συνιστούν μια ξεχωριστή ιδιοτυπία του εξαιρετικού νεοελληνικού της δείγματος που είναι η Ερμούπολη. Πουθενά αλλού στην Ελλάδα δεν έχουν διατηρηθεί τόσο πολλές και τόσο καλοδουλεμένες.

Οι δημιουργοί αυτοί του πλουσιότατου δειγματολογίου τοιχογραγιών παραμένουν άγνωστοι. Με μια μοναδική εξαίρεση, τον G. Tammi (1853), που φρόντισε ν΄αφήσει την υπογραφή του και τη χρονολογία της δουλειάς του στις τοιχογραφίες του αρχοντικού Ζερβουδάκη (αρχικά, πιθανότατα, του επιφανούς Ερμουπολίτη Δημάρχου, Αμβροσίου Δαμαλά, πεθερού της Σάρα Μπερνάρ,και ήδη Λ. Ξενόπουλου και Κ. Κρίνου). Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε πως κατάλοιπα της οικογένειας του Ιταλού ζωγράφου G. Tammi υπήρχαν στην Ερμούπολη ως τις αρχές της δεκαετίας του '60.

Η καταγωγή, ωστόσο, του μόνου γνωστού τοιχογράφου της Ερμούπολης σε συνδυασμό με τις ιταλικές επιγραφές των τοιχογραφιών και τα ορθογραφικά τους λάθη αφενός και τις γλαφυρές πληροφορίες Συριανών συγγραφέων, όπως ο Εμμανουήλ Ροϊδης και ο Δημήτριος Βικέλας αφετέρου μας οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι το πλέγμα των συριανών τοιχογραφιών οφείλεται στο κύμα Ιταλών προσφύγων που εξαιτίας της πολιτικής θύελλάς του risorgimento κατέκλυσε την Ερμούπολη μετά το 1848.

Βασικό, επαναλαμβάνουμε, χαρακτηριστικό των συριανών τοιχογραφιών είναι η ζωηρότητα των χρωμάτων και η αντοχή τους. Αντοχή που οφείλεται τόσο στην επιμελή κατασκευή τους όσο και στην εξαιρετική ποιότητα των οικοδομών οι οποίες μέχρι σήμερα, έχουν αντιμετωπίσει , κατά το μάλλον ή ήττον επιτυχώς, την ιδιαίτερα επικίνδυνη για τις τοιχογραφίες και εγγενή στο Συριανό κλίμα απειλή της υγρασίας.

Κυρίως οροφογραφίες που όχι σπάνια όμως επεκτείνονται και στους τοίχους, διακοσμητικές (σε αφθονία) με ανθέμια ρόδακες και άλλα φυτικά κοσμήματα αλλά και (σε μεγάλη έκταση) εικονιστικές με θέματαπου ξεκινούν από την ελληνική μυθολογία και την κλασική αρχαιότητα για να φτάσουν ως τις πρόσφατες μνήμες του Αγώνα και τις ζωντανές εμπειρίες της έντονης ναυτιλιακής δραστηριότητας του νησιού το 19ο αιώνα, οι Ερμουπολίτικες τοιχογραφίες μαρτυρούν αναμφίβολα, τη δυτικότερη έμπνευση των, άλλωστε αλλοδαπών, δημιουργών τους. Ανεξάρτητα από την ιθαγένεια των εφαρμοστών της, η Ερμουπολίτικη αισθητική, γενικά ήταν ενταγμένη στον επίμονο και κάποτε αγχώδη ευρωκεντρισμό που χαρακτήριζε τη Συριανή κοινωνία της εποχής.

Οι τοιχογαφίες σπανίζουν στα δημόσια κτίρια της Ερμούπολης. Ο ζωγραφικός διάκοσμος του θεάτρου "Απόλλων" ήταν το πρώτο θύμα της "εκσυγχρονιστικής" μανίας των αρχών του '60 που προκάλεσε, όπως είναι γνωστό, ανήκουστες βλάβες σ΄αυτό το, εν πολλούς μοναδικό αρχιτεκτονικό αλλά και καλλιτεχνικό μνημείο του νεότερου Ελληνισμού. Και το επιβλητικόΔημαρχείο του Τσίλλερ ολοκληρώθηκε όταν πια η Ιταλογενής Συριανή τοιχογραφική συντεχνία πρέπει να είχε διαλυθεί και τα άλλοτε άφθονα οικονομικά μέσα είχαν περιοριστεί. Μόνο στην κεντρική αίθουσα της Δημοτικής Λέσχης "Ελλας" (σήμερα Πνευματικό Κέντρο του Δήμου) σώζονται αξιόλογες και θεαματικά ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες.

Από τις τοιχογραφίες των ιδιωτικών κατοικιών οι αρχαιότερες είναι ίσως αυτές του αρχοντικού ν. Πρασσακάκη (αρότερα Π. Βοκοτόπουλου, στην αρχή της οδού Απόλλωνος) το ίδιο σπίτι κτίστηκε το 1834-1836, δηλ. πριν από την έλευση των Ιταλών πολιτικών προσφύγων, από το Βαυαρό αρχιτέκτονα Erlacher. Δεν ξέρουμε αν οι τοιχογραφίες είναι σύγχρονες με την κατασκευή του σπιτιού ή μεταγενέστερες. Όμως, ο περιηγητής πρίγκηπας Puckler - Muskau αναφέρει στα 1834 πολύχρωμες οροφές στο αρχοντικό Πρασσακάκη. Εκτός από τα διακοσμητικά θέματα στη μεγάλη αίθουσα υποδοχής του πρώτου ορόφου πορτου Ρήγα, του Μπάυρον, του Καποδίστρια, του Ανδρούστσου. Αποκλειστικά διακοσμητικές είναι και οι τοιχογραφίες του αρχοντικού του Χατζή Ανδρέα Κριαρά (τώρα ιδιοκτησίας του κληροδοτήματος Άννας Κουτσοδόντη και του ναού του Αγ. Ιωάννη Ποσειδωνίας), επίσης στην οδό Απόλλωνος, που χρονολογείται από το 1854.

Η εμφάνιση των κατεξοχήν ενδιαφερουσών εικονιστικών τοιχογραφιών τοποθετείται χρονικά με ασφάλεια στα μέσα του 19ου αιώνα με αρχαιότερες (αν αυτές του αρχοντικού Πρασσακάκη είναι μεταγενέστερες της κατασκευής του) τις μοναδικές ενυπόγραφες (από τον G. Tammi) του αρχοντικού Ζερβουδάκη (αρχικά πιθανόν Δαμαλά) που ήδη αναφέραμε. Οι τοιχογραφίες ιδιαίτερα των δύο μεγάλων δωματίων υποδοχής του αρχοντικού αυτού επεκτείνονται και στους τοίχους και εντυπωσιάζουν με τα χρώματα και τα θέματά τους (σκηνές από τη φύση, εξωτικά πουλιά κλπ.).

Στα 1860-1861 χρονολογείται το αρχοντικό Χρ. Νικολαϊδη (σήμερα Ανδρέα Κοή), στην οδό Θυμάτων Σπερχειού με είσοδο από την οδό Οδυσσέως. Οι τοιχογραφίες της αίθουσας υποδοχής του είναι από τις ωραιότερες και καλύτερα διατηρημένες της Ερμούπολης. Οκτώ Ολύμπιοι θεοί, όλοι πλην του Ποσειδώνα, πάνω σε σύννεφα και στις γωνίες ήρωες της Επανάστασης, από τους οποίους αναγνωρίζονται ο Ρήγας, ο Καραϊσκάκης και ο Κολοκοτρώνης αποτελούν τα εικονιστικά θέματά τους που αναπτύσονται με τη χρήση εξαιρετικά επιδέξιων φωτοσκιάσεων.

Ενδιαφέρουσες θεματικά αλλά λιγότερο επιδέξιες σε τεχνική και εκτέλεση είναι οι τοιχογραφίες του αρχοντικού Ι. Πέτσα στις οδούς Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξ. Λυκούργου (σήμερα Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Κυκλάδων) Θέματά τους αθηναϊκά τοπία συνδεδεμένα με την αρχαιότητα, η Πόλη του Ανδριανού, η Ακρόπολη, ο Παρθενώνας, το Ερέχθειο, το Θησείo.

Αντίθετα, πλουσιότατες αλλά και πολύ καλές σε σχέδιο και εκτέλεση είναι οι τοιχογραφίες των αρχοντικών Κεχαγιά και Νεγρεπόντη στην οδό Αθηνάς (κάτω από τν Αγιο Νικόλαο). Και τα δύο χτίστηκαν γύρω στο 1860. Στο αρχοντικό Κεχαγιά οι τοιχογραφίες επεκτείνονται και στους τοίχους ενώ στην οροφή της αίθουσας υποδοχής, εκτός από τις φυτικέ διακοσμήσεις, μέσα σε ζωγραφιστά πλαίσια, με έντονες φωτοσκιάσεις, τέσσεριςόμορφες κοπέλες προσωποποιούν τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Στο αρχοντικό Νεγρεπόντη πλούσιες τοιχογραφίες υπάρχουν τόσο στο ισόγειο όσο και στον πρώτο όροφο. Στο ισόγειο τα εικονιστικά θέματα είναι μυθολογικά, ο Ποσειδώνας, η Αθηνά, ο Άρης, η 'Αρτεμις, η Αφροδίτη και άλλοι θεοί, πάνω στ΄άρματά τους. Στον πρώτο όροφο τέσσερις δαφνοστεφανομένες ανδρικές μορφές στις οποίες εύκολα αναγνωρίζουμε τον Όμηρο, τον Αισχύλο το Σοφοκλή και τον Ευριπίδη. συνυπάρχουν με απόψεις ιταλικών πόλεων και λουόμενες γυναίκες.

Στο αρχοντικό Ανδρουλή (1870) στην οδό Πρωτοπαπαδάκη, όπου επίσης τοιχογραφίες υπάρχουν και στους τοίχους, δίπλα σε τοπία πανελλήνιου ενδιαφέροντος, όπως η Ακρόπολη των Αθηνών, βρίσκουνθέση και συριανά, το χωριό Χρούσα, όπου η εξοχική έπαυλη του ιδιοκτήτη, και μια άποψη της Ερμούπολης. Στην αίθουσα υποδοχής δεσπόζουν ο Ερμής και η Αθηνά. Τα πιο ενδιαφέροντα όμως θέματα συναντώνται στη μικρή τραπεζαρία. Πέργολες με αναρριχώμενα φυτά και άνθη, φρούτα, πουλιά και ψάρια κατακλύζουν τοίχους και οροφή.

Εξαιρετικό δείγμα καλής διατήρησης και έντονων χρωμάτων, των δύο βασικών χαρακτηριστικών των Συριανών τοιχογραφιών, συναντάμε στις τοιχογραφίες του αρχοντικού Βελισσαρόπουλου (σήμερα Ερατικού Κέντρου Κυκλάδων), στην οδό Αγ, Νικολάου (1871). Κι εδώ οι τοιχογραφίες κατακλύζουν και τους τοίχους και μάλιστα όχι μόνο με διακοσμητικά θέματα αλλά με τοπία, την Κωνσταντινούπολη και την Ακρόπολη με το Ολυμπιείο στο βάθος καθώς και με μια γυναικεία μορφή. Στην οροφή της σκάλας που φτάνει ως τον τελευταίο όροφο εικονίζονται Έλληνες και Ρωμαίοι ποιητές, φιλόσοφοι και στρατηγοί. Αλλά και στα επτά δωμάτια του δεύτερου ορόφου και στο διδρομο που τα συνδέει ο διάκοσμος είναι πλούσιος. Εκτός από διακοσμητικά θέματα, άγγελοι και ερωτιδείς, μορφές με κουκουβάγιες στο κεφάλι, εξωτικά πουλιά, μπουκέτα με λουλούδια, ο Ερμής και η Σελήνη πάνω στο άρμα της, Δημοσθένης, Φερεκύδης (προσωκρατικός φιλόσοφος από τη Σύρο), Πλάτων και Περικλής. Στο αρχοντικό Βελισσαρόπουλου η Συριανή τοιχογραφία αγγίζει την ωριμότητα αλλά και τον κορεσμό.

Εξαιρετικά ενδιαφέροντες και περίεργους θεματικούς συνδυασμούς συναντάμε στο αρχοντικό Αρφάνη (σήμερα ιδιοκτησίας Ιωάννας Φρέρη και κληρον'ομων Αντ. Αρφάνη) στην οδό Απόλλωνος (δεύτερο μισό του 19ου αιώνα). Στη μεγάλη τετράγωνη σάλα του πρώτου ορόφου η ελληνική ιστορία συνδυάζεται με μνημεία και τοπία της Ιταλίας. Οι επιγραφές είναι ιταλικές. Marco bozzari e Crisa, Belassario e Irene, A. Miaulis e suo pilota, Leonida e suo fedele κλπ. Οι τοιχογραφίες του σπιτιού αυτού απειλούνται, περισσότερο από οποιουδήποτε άλλου, από την εμφανή και ραγδαία φθορά του.

Στο αρχοντικό της οικογένειας Ράλλη, στην οδό Ι.Λ. Ράλλη, όπου σήμερα στεγάζονται τα γραφεία της Μητρόπολης Σύρου Υπάρχουν επίσης αξιοπρόσεχτες τοιχογραφίες. Ο Ποσειδώνας με το άρμα του, ο Ήλιος με το άρμα του κλπ.

Το προσφιλές στους τοιχογράφους της Σύρας (και όχι μόνο, ως γνωστόν) θέμα των τεσσάρων εποχών επανέρχεται στις τοιχογραφίες των σπιτών Α. Ρούσσου στην οδό Ομήρου (1873) και Γεωργιάδη στην οδό Χρ. Ευαγγελίδη.

Εντελώς ασυνήθιστες θεματικά είναι οι τοιχογραφίες του αρχοντικού Δ. Βαφιαδάκη, στην οδό Σταμ. Βαφιαδάκη, όπου συναντάμε τη μακρινή Κίνα και κινέζικες επιγραφές.

Τέλος, στο αρχοντικό Ροδοκανάκη στην οδό Βοκοτοπούλου (σήμερα ιδιοκτησίας Φλώρας Ανδριωτάκη-Πιτσικάκη) οι τοιχογραφίες ζωντανεύουν την ιστορία του ιδιόρυθμου ιδιοκτήτη του, του πρίγκηπα Δημητρίου Ροδοκανάκη, που, στο τέλος του περασμένου αιώνα διεκδίκησε, τουλάχιστον στα χαρτιά, τη διαδοχή του βυζαντινού θρόνου.


Μάρκος Φρέρης


Βιβλιογραφία

- Ι. Τραυλού- Α. Κόκκου, Ερμούπολη, εκδ. Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, 1980

- Δ. Βικέλα, Η ζωή μου, εν Αθήναις, 1908

- Εμμ. Ροϊδη, Άπαντα, επιμέλεια Άλκη Αγγέλου, Ερμής 1978, τομ. Β

Εκτύπωση

"Χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους" του Μ. Φρέρη

την .

Αξιολόγηση Χρήστη:  / 0
Η, σε πλήρη όξυνση την ώρα της σύνταξης του παρόντος άρθρου, εκκλησιαστική κρίση ξανάφερε στο πολιτικό μας προσκήνιο το ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας. Αφού η, ειρήμην της Πολιτείας, σύγκρουση μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της αυτοκέφαλης ελλαδικής Εκκλησίας, οδηγεί τη χώρα σε μείζονα πολιτικά αδιέξοδα. Η αίσθηση, μάλιστα, ότι τ’ αδιέξοδα αυτά, όσο λυπηρά καθαυτά κι αν είναι, θα είχαν περιοριστεί στον εκκλησιαστικό χώρο και δεν θα είχαν τις απειλούμενες ήδη βαρύτατες πολιτικές τους συνέπειες, αν η Πολιτεία και η Εκκλησία ήταν στον τόπο μας χωρισμένες, προκάλεσε ένα, ενδεχομένως πρόσκαιρο, λαϊκό ρεύμα υπέρ του χωρισμού τους. Αυτού που, μόλις πριν λίγα χρόνια, και οι δύο πολιτικές δυνάμεις εξουσίας είχαν αποκλείσει, ως ανώριμο, του τότε εν εξελίξει κι αποκρυσταλλωθέντος το 2001 αναθεωρητικού του Συντάγματος εγχειρήματος. Κι ας τον είχε περιλάβει η μια απ’ αυτές (και τότε πλειοψηφική), ήδη από τη μακρινή 3η Σεπτεμβρίου 1974 στην “τρελλώς κι απατηλώς” ονειρική αυθημερόν ιδρυτική της διακήρυξη!

Το ζήτημα του χωρισμού της Εκκλησίας από την Πολιτεία είναι αρκετά σοβαρό για να λυθεί απλώς βάσει των αποτελεσμάτων της τελευταίας πριν από την αναγκαία διαδικασία αναθεωρήσεως του Συντάγματος και της σχετικής πρόβλεψής του σφυγμομέτρησης της κοινής γνώμης! Ως παρεπόμενο δηλ. αντιστοίχως μιας θρησκευούσας ή κοσμικής ιδεολογικής μόδας!! Το 1975 π.χ., με την υπόληψη της ελλαδικής εκκλησίας ως συνόλου στο ναδίρ της εξαπίας της συνεργασίας της με τη βάρβαρη δικτατορία του ’67, με τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων αριστερίζουσα ή αριστεροφανή και άρα αντιθρησκευτική θα έπρεπε το διόλου αριστερό αλλ’ απλώς στοιχειωδώς εκσυγχρονιστικό αυτό πολιτικό μέτρο να είχε καθιερωθεί μετά βαϊων και κλάδων από το νέο μας Σύνταγμα! Πράγμα που παραλίγο και να συμβεί!

Και μάλιστα από τη σαρωτικά νεοδημοκρατική (δηλ. δεξιά) πλειοψηφία της τότε Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής. Σε δύο, ωστόσο, συνταγματικές αναθεωρήσεις που ακολούθησαν, το 1986 και το 2001, με πολιτική πλέον πρωτοβουλία και ηγεμονία του κόμματος που στην Ε’ Αναθεωρητική Βουλή είχε σθεναρά διεκδικήσει, εις μάτην, μεταξύ άλλων πολύ ριζοσπαστικότερων ρυθμίσεων, και το χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, ο τελευταίος έγινε “γαργάρα”. Όχι γιατί τον αποδοκίμασε ευθέως, στις δεδομένες στιγμές ο λαός. Αλλά γιατί δεν τον επιθυμούσε η Εκκλησία! Που εκλαμβανόταν, σωστά ή λαθεμένα, ως ικανή να επηρεάσει αναλόγως της ευαρέσκειας ή δυσαρέσκειάς της προς τα πολιτικά κόμματα εξουσίας, τους εκλογικούς συσχετισμούς.

Όπως είναι γνωστό, ο υπερφαινόμενος δεν είναι πνευματικό τέκνο της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Ορθοδοξίας γενικότερα. Δεν είναι, έτσι, ο αντικειμενικότερος συνήγορος του χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας. Αφού αυτός θα σημάνει το τέλος του επίσημου, κρατικού, χαρακτήρα μιας Εκκλησίας, στην οποία δεν ανήκει. Εκθέτει την άποψή του ως φιλελεύθερος νομικός! Όσοι εμπιστεύονται την ικανότητά του ν΄ αρθεί υπεράνω του προσωπικού του οφέλους από την αποκρατικοποίηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, ας τη διαβάσουν!

Δεν θα επαναλάβω εδώ τα υπέρ του χωρισμού επιχειρήματα. Ούτε θα επικαλεστώ τα σαφώς πλειοψηφικά στον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό αλλοδαπά πρότυπά του. Θεωρώ επίσης δεδομένη την (τουλάχιστον επίσημη) εκκλησιαστική δυσμένεια προς το μέτρο. Θα υπεραμυνθώ του χωρισμού μόνο ως πολιτικής αναγκαιότητας. Και θα προσπαθήσω ν’ αποδείξω πόσο πολιτικά (αλλά και μικροπολιτικά) ακίνδυνος είναι.

Η εξαιτίας του κατ’ ευφημισμόν αποκαλούμενου “συστήματος της νόμω κρατούσης πολιτείας” διαπλοκή Εκκλησίας και Πολιτείας στον τόπο μας έχει ρυμουλκήσει, τελευταία, την Πολιτεία και συγκεκριμένα την παρούσα κυβέρνηση, στον πολιτικώς αβυσσαλέο γκρεμό μιας σύγκρουσης με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που ούτε την επιθυμεί ούτε η ίδια την αποφάσισε! Επιδιώχτηκε από την ελλαδική Εκκλησία ή, εν πάση περιπτώσει, προέκυψε από ενέργειες της τελευταίας. Που, η, Πολιτεία, παρά την ενδεχόμενη (πιθανή μάλλον) αντικανονικότητά τους, είναι νομικά υποχρεωμένη να καλύψει λόγω της μη αντίθεσή τους προς τους νόμους του ελληνικού κράτους. Αν Εκκλησία και Πολιτεία ήταν χωρισμένες, η διένεξη Φαναριού και Αθηνών θα παρέμενε αμιγώς ενδοεκκλησιαστική και θα ρυθμιζόταν αποκλειστικά από τους ιερούς κανόνες. Δεν θα είχε την παραμικρή επιρροή στις σχέσεις της ελληνικής Δημοκρατίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Που είναι κα πρέπει να μείνει το (εν παρόδω ελληνόφωνο) κέντρο του Ορθόδοξου κόσμου, στον οποίο ανήκει η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών της, το γυμνό αλλ’ ισχυρό σύμβολο της δογματικής του ενότητας. Διαφορετικά, αν δηλ. η ίδια η ελληνική Πολιτεία συμπράξει στην αποδυνάμωσή του, τότε ή θα το υποκαταστήσει κάποιος από τους αλλογενείς πληθυσμιακά και διοικητικά ισχυρότερους πόλους Ορθοδοξίας ή η παγκόσμια Ορθοδοξία θ’ αποσυναρμολογηθεί σ’ εθνοφυλετικά καπετανάτα, χωρίς καμιά, έστω χαλαρή, έστω συμβολική μόνο, διοικητική ενότητα και μ’ επισφαλή πλέον την ίδια τη δογματική ενδοκοινωνία της!

Τις γραμμές αυτές δεν εμπνέει η πασίγνωστη στους αναγνώστες της στήλης αυτής προτίμησή της προς την προσωπικότητα του Οικουμενικού Πατριάρχη έναντι αυτής του Αρχιεπισκόπου Αθηνών. Ούτε η πεποίθησή της για την ποιοτική – αισθητική υπεροχή του έμψυχου και άψυχου δυναμικού της εκατέρωθεν αποκαλούμενης “Μητέρας Εκκλησίας” έναντι του φερόμενου ως “άσωτου” τέκνου της. Από την αρχή (και έκτοτε πολλαπλώς και ανεξαιρέτως δικαιολογημένα)επιφυλακτικός απέναντι στον παρόντα προκαθήμενο της Ελλαδικής Εκκλησίας, θα προτιμούσα ωστόσο εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριάρχη λιγότερη επιθετικότητα στις δίκαιες εμμονές του. Αφού η επιθετικότητα αυτή κατανάγκην δεν εξαντλείται στον όντως παραβατικό Προκαθήμενο της Ελλαδικής Εκκλησίας αλλ’ επεκτείνεται και στο αθώο κληρικό και λαϊκό στοιχείο της. Αλλά αυτή η ρήξη δεν είναι η σύγκρουση δύο εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων, ώστε ο καθένας μας να πάρει θέση ανάλογα με τις προσωπικές του συμπάθειες, Πρόκειται για μια νομοκανονική διαφορά με τεράστιες εκκλησιαστικές και πολιτικές επιπτώσεις. Ως προς την κανονική διάστασή της δε νομίζω πως μπορεί σοβαρά ν’ αμφισβητηθεί το δίκαιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ως προς την, από πλευράς πολιτειακής δικαιικής τάξεως, αξιολόγησή της, η πρόσφατα δημοσιευμένη γνωμοδότηση του ομότιμου καθηγητή της Πολιτικής Δικονομίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Κώστα Μπέη με έπεισε για την (οπωσδήποτε όχι δια γυμνού νομικού οφθαλμού ορατή) ισχύ της Πατριαρχικής Πράξης του 1928 στην εσωτερική έννομη τάξης μας. Η αμφιλεγόμενη, εντούτοις, νομιμότητα της μιας ή της άλλης λύσης, οδηγεί αναπότρεπτα την ελληνική πολιτεία στο επικίνδυνο και ολισθηρό έδαφος μιας καθαρά πολιτειακής επιλογής. Όπου καλείται να διαλέξει ανάμεσα στη Σκύλλα της εκατέρωθεν βλαπτικής ρήξης μεταξύ του Οικουμενικού Θρόνου και της μόνης άλλης (με την εξαίρεση της Εκκλησίας της Κύπρου) εθνικά ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας και τη Χάρυβδη της, υποτίθεται, μικροπολιτικώς θανατηφόρας δυσφορίας του ελλαδικού “παπαδαριού” ( ο όρος είναι ο συνήθης του παρασκηνιακού πολιτικού μας ιδιώματος).

Ε, λοιπόν, ο πολιτικά ρυθμιστικός ρόλος της δυσφορίας αυτής, της εκάστοτε δηλ. ευμένειας ή δυσμένειας της ελλαδικής εκκλησίας απέναντι σε μια πολιτική παράταξη ανάλογα με τη συμμόρφωση της παράταξης αυτής στις επυθυμίες της, είναι ένας από τους μεγαλύτερους πολιτικούς μας μύθους! Κι ας “άδειασε για να περιοριστούμε σε παραδείγματα από την εντελώς πρόσφατη ιστορία μας) το 1987 ο Ανδρέας Παπανδρέου το μακαρίτη Αντώνη Τρίτση, υπαναχωρώντας, ταπεινωτικά για τον ίδιο και την κυβέρνησή του, από την ήδη νομοθετημένη ρύθμιση του ζητήματος της εκκλησιαστικής περιουσίας! Κι ας έσπευσε, το 2000, ο σημερινός πρωθυπουργός να υπογράψει οικογενειακώς στο κατά της διαγραφής του θρησκεύματος από τις ταυτότητες εκκλησιαστικό “δημοψήφισμα”! Κι ας διαγκωνίστηκαν, την ίδια εποχή, ν’ ασπαστούν την αρχιεπισκοπική ποδιά, διαφοροποιούμενα από τον ηγέτη τους, τα περισσότερα πρωτοκλασάτα στελέχη του ΠΑΣΟΚ (Βενιζέλος, Λαλιώτης, Ευθυμίου κλπ. “ευσεβείς, άλλοτε θιασώτες του τριτοσεπτεμβριανού μαρξίζοντος ριζοσπαστισμού”)!! Κι ας έθεσε, το 2002, ο σημερινός ηγέτης του ΠΑΣΟΚ και κήρυκας των “μεγάλων ανατροπών” (!) υπό την κρίση του παντελώς αναρμόδιου αρχιεπισκόπου βασικά ζητήματα της εξωτερικής μας πολιτικής, όπως το σχέδιο Ανάν!!! Παρά τον εκ μέρους του αρχιεπισκόπου συσχετισμό του εκλογικού αποτελέσματος προς την διαφημιζόμενη ως απροσμάχητη “Δεξιά του Κυρίου”, μάλλον τα εκκλησιαστικώς αδιάφορα, αμιγώς κοσμικά, κυβερνητικά, αμαρτήματα του ΠΑΣΟΚ κι όχι η προς αυτό δυσμένεια της ποιμαίνουσας εκκλησίας χάρισαν τη νίκη στη Νέα Δημοκρατία! Επομένως, ο χωρισμός της Εκκλησίας από το Κράτος δεν πρόκειται να βλάψει την πολιτική εκείνη παράταξη που θ’ αναλάβει την πρωτοβουλία του ή θα συναινέσει σ’ αυτόν. Αντίθετα, θα ωφελήσει (αν, επιτέλους, αυτό μετρά καθόλου για τις πολιτικές μας ηγεσίες!) τόσο την Εκκλησία όσο και την Πολιτεία! Γιατί θ’ απαλλάξει και τις δύο από ασυμβίβαστες με την ευαγγελική πολιτική ουδετερότητα της πρώτης και το νεοτερικό θρησκευτικό αποχρωματισμό της δεύτερης νοθεύσεις εκατέρας. Αυτές που, στους περίπου δύο ήδη αιώνες ελεύθερου (το κατά δύναμιν!) πολιτειακού βίου εξευτελίζουν παρ’ ημίν εξίσου Θρησκεία και Δημοκρατία!!

Σε δύο μόλις χρόνια τα ζήτημα που κατέστησε οξέως επίκαιρο η εν πλήρει εξελίξει και άδηλης εκβάσεως εκκλησιαστική και, ως μη όφειλε, πολιτική περιπέτεια των μητροπόλεων των Νέων Χωρών, θα μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί ριζικά με μια αναθεώρηση του ισχύοντος συνταγματικού καθεστώτος πολιτικοεκκλησιαστικών σχέσεων. Έστω και ως μοναδικό της αντικείμενο πρέπει όλες οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου να το τολμήσουν!


Μάρκος Δ. Φρέρης