Μ. Φρέρης

Εκτύπωση

"Η γέννηση μιας τάξης" του Μ. Φρέρη

την .

Αξιολόγηση Χρήστη:  / 0
ΧειρότεροΚαλύτερο 

Ήταν μέσα του Δεκέμβρη του 1834. Οι δυο οικισμοί, η αυτοσχέδια ακόμη γύρω από το “γιαλό” Ερμούπολη των προσφύγων και η απόμακρη, σκαρφαλωμένη στον απότομο βραχώδη λόφο Σύρα των αυτοχθόνων, δέχονταν εξίσου τις δροσερές πνοές ενός ελαφρού, ζεστού αλλά υγρού, νοτιά. Γύρω στις 5 το απόγευμα ένας, νέος ακόμα, λεπτός άνδρας βγήκε από το σπίτι του κοντά στην Ορθόδοξη εκκλησία της Μεταμόρφωσης. Ήταν ένα από τα ελάχιστα δίπατα σπίτια της καινούργιας πολιτείας που είχε αρχίσει να ξεφυτρώνει στον ως τότε έρημο “γιαλό” πριν από δώδεκα χρόνια. Τότε που άρχισαν να φτάνουν τα λεφούσια των προσφύγων από την ξεθεμελιωμένη Χίο, την Πόλη, τη Σμύρνη, το Αϊβαλί, τα Ψαρά κι αλλού για να βρουν καταφύγιο στο απάνεμο λιμάνι της Σύρας, κάτω από την προστασία του Γάλλου βασιλιά. Που δεν άφηνε να πειράξουν οι Τούρκοι τους ντόπιους συριανούς, καθολικούς το θρήσκευμα στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Παρά την ραγδαία ανάπτυξή του, ο καινούργιος προσφυγικός οικισμός που ονομάστηκε Ερμούπολη, δηλ. πόλη του θεού του εμπορίου, δεν ήταν ακόμα παρά ένας τουρκομαχαλάς. Μονάχα το σπίτι του προξένου της Αυστρίας, του ντόπιου καθολικού μεγαλεμπόρου Γρηγορίου Στεφάνου που είχε πεθάνει εκείνη τη χρονιά, κτισμένο πολύ κοντά στο “γιαλό”, ξεχώριζε, αν κι αυτό τούρκικου ρυθμού, για το μέγεθος και την κομψότητά του. Εκεί είχαν φιλοξενήσει πέρυσι το νεαρό βασιλιά Όθωνα, όταν είχε επισκεφθεί το νησί.

Ο νεαρός άνδρας κατηφόρισε τα σκαλιά μπροστά από την εκκλησία της Μεταμόρφωσης. Περνώντας από κει δεν μπόρεσε να μη θυμηθεί με συγκίνηση πως, πριν από μόλις οχτώ χρόνια, το 1826, ενώ ο αγώνας για την εθνική αποκατάσταση των Ελλήνων βρισκόταν ακόμα στην πιο κρίσιμη φάση του, στο προαύλιο αυτής της εκκλησίας, οι κατατρεγμένοι οικιστές του συριανού “γιαλού” βάφτισαν “Ερμούπολη” τη νέα τους πατρίδα. Σκέφτηκε “πατρίδα” γιατί, όσο κι αν κρατούσαν ακόμα μέσα τους την ελπίδα πως θα γύριζαν κάποτε, αν κι όταν το ελεύθερο ρομέικο αγκάλιαζε και τα μέρη τους, στα παλιά τους σπίτια και νοικοκυριά, κανένας δεν πίστευε πια πως η ζωή στο συριανό γιαλό θα ήταν προσωρινή. Οι δουλειές, το εμπόριο, πήγαιναν πολύ καλά. Χάρις στην ασφάλεια που τους πρόσφερε το λιμάνι της Σύρας. Κι όπως είναι γνωστό, αν δεν κινδυνεύει το τομάρι σου κι η φαμίλια σου, ο πόλεμος και αναμπουμπούλα είναι οι ιδανικότερες συνθήκες για εμπόριο. Για υψηλά δηλ. κι απρόσμενα κέρδη. Κι αν ήταν πια να φύγουν γι’ αλλού, δεν ήταν, βέβαια, για τη Χίο, το Αϊβαλί ή το δικό του τόπο, τη Σμύρνη. Όσοι ποθούσαν περισσότερο κέρδος αλλά και περισσότερη περιπέτεια, όπως αυτός ο δαιμόνιος, γεννημένος για ηγέτης Χιώτης νονός της Ερμούπολης, ο Λουκάς Ράλλης. Στο πλάτωμα, μπροστά στην ίδια αυτή εκκλησία, είχαν εκλέξει, το Γεώργιο Πετρίτζη, το νεαρό άντρα της ιστορίας μας, ένα χρόνο αργότερα πληρεξούσιο για την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας. Κι ας ήταν ακόμα νεαρός κι όχι ιδιαίτερα πλούσιος. Αυτοί οι παράξενοι άνθρωποι, που, περνώντας δια πυρός και σιδήρου, είχαν αράξει στο συριανό γιαλό κι αυγάτιζαν τώρα το έχει τους, δεν ήταν σαν τους παλιούς νοικοκυραίους. Συντηρητικοί, δηλ. κολλημένοι στα παλιά και στα πατροπαράδοτα. Μια και τόφερε η μοίρα ν’ αρχίσουν τη ζωή τους από το μηδέν, θέλανε να φτιάξουν ξανά, στα προσωπικά μέτρα τους, το δικό τους γενναίο καινούργιο κόσμο. Και στιμάρανε, ανεξάρτητα από την περιουσία, την τάξη, το ήθος, τη μετριοπάθεια, τη μόρφωση του ανθρώπου, την ικανότητά του να ενώνει κι όχι να διαιρεί. Έτσι τον βγάλανε, παιδαρέλι ακόμα, πολιτικό τους εκπρόσωπο. Κι ας είχε αντιπάλους δυο θηρία, το σοφό δάσκαλο Γεώργιο Γεννάδιο, άνθρωπο του Γεωργίου Κουντουριώτη, και τον εξίσου σοφό, προστατευόμενο του Κωλέττη αυτόν, Δρόσο Μανσόλα.

Οι νωπές αναμνήσεις, που ξυπνούσε το προαύλιο της Μεταμόρφωσης, κυρίευαν τον Πετρίτζη. Εδώ, πριν από τέσσερα μόλις χρόνια, το 1830, οι Ερμουπολίτες έμποροι είχαν ξεσηκωθεί, πολύ νωρίτερα από τους φιλελεύθερους διανοουμένους, τους παραγκωνισμένους πολιτικούς και τους μωραϊτες και υδραίους κοτζαμπάσηδες, εναντίον του κυβερνήτη Καποδίστρια. Θυμόταν την ανατριχίλα του, ένα περίεργο ανακάτωμα συγκίνησης και θυμηδίας, όταν είχε ακούσει τον κουμπάρο του Κοραή Λουκά Κατινάκη ν’ απευθύνεται στο έτοιμο για ξεσηκωμό πλήθος τουλάχιστον σαν αρχαίος Κλέωνας ή σαν Ελληνόφωνος Δαντόν “Άκουσον, δήμε”. Αυτά τ’ αρχαιόπρεπα καμώματα των βρακοφόρων χτεσινών ραγιάδων, όσο αστεία κι αν φαίνονταν, έδειχναν πως ο φωτισμός του γένους που οραματιζόταν ο σεβάσμιος πρεσβύτης των Παρισίων γινόταν, ίσως με κάποια κωμική βιασύνη, πραγματικότητα. Αν όχι στο Μοριά και τη Ρούμελη όπου κοτζαμπάσηδες και οπλαρχηγοί συγκρούονταν, κατά τα προεπανασταστικά τους συνήθεια, για τη μοιρασιά του πλούτου και της εξουσίας, στην Ερμούπολη των προσφύγων εμπόρων και των φιλελεύθερων διανοουμένων.

Και στον ίδιο αυτό ναό τον Ιούλιο του 1833 οι ερμουπολίτες τίμησαν επίσημα με μνημόσυνο, τη μνήμη του πνευματικού ηγέτη του νεοελληνικού φιλελευθερισμού και του αντικαποδιστριακού κινήματος. Για το Γεώργιο Πετρίτζη ο Κοραής δεν ήταν απλώς ο αδιαφιλονίκητος πνευματικός πατέρας της Ερμούπολης. Ο κοραϊσμός ήταν προσωπική του υπόθεση. Ο παππούς του από τον πατέρα του Ευστράτιο, Ζωρζής Πετρίτζης, δημογέροντας της Σμύρνης, ήταν μπατζανάκης του πατέρα του Αδαμαντίου Κοραή. Είχαν κι οι δύο παντρευτεί κόρες του λόγιου Διαμαντή Ρύσιου, ο Πετρίτζης την Ευδοκία και ο Κοραής τη Θωμαϊδα. Εδώ, τέλος, πριν από λίγες ημέρες, τέλη του Νοέμβρη και αρχές του Δεκέμβρη, είχαν δώσει, με πρώτο το γέροντα Σερραίο Νικόλαο Ταρποχτζή, τον όρκο του δημότη του νεοσύστατου δήμου Ερμουπόλεως τα μέλη αυτής της νέας κοινωνίας. Που, ικανή, ως εκείνη την ώρα, να διαχειρίζεται μονάχη τις τύχες της και να προκόβει με τις δικές της δυνάμεις, έβλεπε πάντα καχύποπτα το νεοσύστατο κεντρικό κράτος. Είτε του Καποδίστρια είτε της βαυαρικής αντιβασιλείας. Ποιος, αλήθεια, Δήμος της μικρής Ελλάδας, ακόμα κι αυτός της πρωτεύουσας Αθήνας, θα μπορούσε να καυχηθεί πως ανάμεσα στους ιδρυτές του ήταν άνθρωποι ώριμοι, σοφοί, πούχαν αντιπαλέψει την κακοριζικιά με πείσμα, δουλειά, δημιουργία και σπάνιο συνδυασμό της συνείδησης της ατομικής αρετής και του κοινωνικού χρέους. Λιοντάρια σαν τους Χιώτες προκρίτους Λουκά Ράλλη, Παύλο Μαυρογορδάτο και Νικόλαο Πρασακάκη, τον πατριώτη του Πετρίτζη Γεώργιο Καραγιαννάκη, το γιατρό Παναγιώτη Ζωντανό, τον Υδραίο Ανδρέα Κοσμά, τον κορσικανό θαλασσόλυκο Αντώνη Σκάσση, τον Ιταλό νομομαθή κόμη Αλερίνο Πάλμα. Αλλά και νέους ανθρώπους, γεμάτους ορμή, ελπίδες όχι μονάχα της Ερμούπολης αλλά ολόκληρου του Έθνους. Σαν τα ξαδέλφια Σταμάτη Κωνσταντίνου και Σταμάτη Ιωάννου Πρώιους, τον Ηλία Κεχαγιά από τα Σάλωνα που έδειχνε στα οικονομικά τόση αξιοσύνη όση κι όταν αμούστακο παιδί, παράστεκε, στο Χάνι της Γραβιάς, τα παλληκάρια του Ανδρούτσου, τον Κύπριο συμβολαιογράφο Ανδρέα Δαβίδ, τον τυπογράφο Ιωάννη Μελισταγή το Μακεδόνα, το σπουδαίο κι αυτόν νομομαθή Λέοντα Γεωργίου Μελά, το γαμπρό του τελευταίου Μανουήλ Βικέλα από τη Βέροια και το Χιώτη Δημήτριο Ροϊδη. Άνθρωποι σαν κι αυτούς θα μπόλιαζαν την καινούργια κοινωνία μ’ αίμα γερό, τίμιο, έξυπνο, ανυποχώρητα προοδευτικό.

Βέβαια, ο Πετρίτζης δεν είχε μονάχα ευχάριστες αναμνήσεις από το προαύλιο της Μεταμόρφωσης. Εδώ στις 31 του Μάρτη του 1829, ως μέλος της Εφορευτικής Επιτροπής για την εκλογή αντιπροσώπων στη Βουλή του Καποδίστρια, τα είχε “βρει μπαστούνια” με το πλήθος που είχε μείνει έξω από την εκκλησία και αποκλείστηκε με απόφαση της Επιτροπής από την ψηφοφορία. Δεν είχαν πάψει να τον βασανίζουν οι τύψεις για κείνη την απόφαση. Έστω κι αν δεν ήταν μόνο δική του. Τους είχαν αναγκάσει να την πάρουν οι Χιώτες, που φρόντισαν να γεμίσουν την εκκλησία από νωρίς. Έτσι εξασφάλισαν την εκλογή των δικών τους. Μέχρι να γίνουν οι δημοτικές εκλογές, από τις οποίες θ΄ αναδεικνυόταν ο πρώτος Δήμαρχος της Ερμούπολης, τις τύχες της νέας πολιτείας κατηύθυνε η Δημογεροντία. Την αποτελούσαν ο Νικόλαος Γιαγιτζής από τα Σάλωνα, οι Χιώτες Παύλος Μαυρογορδάτος και Ζάννης Βούρος και ο Ροδίτης Σταμάτης Κωνσταντίνου. Άντρες σωστοί που στα χρόνια 1833 – 1834 δεν είχαν περιοριστεί να διαχειριστούν δίκαια και νοικοκυρεμένα τα οικονομικά της Ερμούπολης. Αλλ’ είχαν, επιπλέον, προωθήσει σημαντικά έργα υποδομής. Όλα καρπούς της συμμετοχικής “ιδιωτικής πρωτοβουλίας”, όπως θα την έλεγαν αργότερα. Κορυφαία ανάμεσα σ’ αυτά το καμάρι της νέας πόλης, το μοναδικό σ’ όλη της Ελλάδα Γυμνάσιό της, και οι Αποθήκες της Διαμετακόμισης. Και τα δύο είχαν ανατεθεί στο Βαυαρό αρχιτέκτονα Ερλάνερ. Ο θεμέλιος λίθος των Αποθηκών της Διαμετακόμισης είχε τεθεί στις 25 Ιανουαρίου 1834, στην πρώτη ακριβώς επέτειο της επίσκεψης του βασιλιά Όθωνα στο νησί. Στ’ αυτιά του Πετρίτζη αντηχούσαν ακόμη τα λόγια του νομάρχη Κυκλάδων Ιακωβάκη Ρίζου – Νερουλού, αυτού του αντιπαθητικού Φαναριώτη που τολμούσε να τα βάζει με τον Κοραή << Σήμερον, δια πρώτην φοράν, θέτονται θεμέλια Βασιλικών οικοδομών, οικοδομών χρησιμωτάτων εις το εμπόριον, και εις τίνα τόπον; Εις την Ερμούπολιν, της οποίας τον πολιούχον Ερμήν και αυτός ο βροτολοιγός Άρης εσεβάσθη >>.

Το Γυμνάσιο όμως είχε προχωρήσει ακόμα πιο γρήγορα. Δεν είχε κλείσει μήνας από τα εγκαίνια του κτιρίου του, κοντά στη Μεταμόρφωση, στις 18 Νοεμβρίου 1834. Ο Πετρίτζης στάθηκε και καμάρωνε το λιτό αλλά επιβλητικό, αμφιθεατρικά κτισμένο, κτίριο του Ερλάχερ. Άργησε έτσι να προσέξει μια ζωηρή κι ομιλητική συντροφιά, όπου πλειοψηφούσαν ρασοφόροι και που μόλις είχε βγει από το Γυμνάσιο. Τον είχαν αρκετά πλησιάσει όταν τους αντιλήφθηκε. Ξεχώρισε ανάμεσά τους τρεις πολύ γνωστούς του. Το Γυμνασιάρχη αρχιμανδρίτη Νεόφυτο Βάμβα, το Διευθυντή του Ελληνικού Σχολείου της Ερμούπολης Γεώργιο Σερούϊο και τον καθηγητή του Γυμνασίου ιερομόναχο Αγάπιο Πόλιτα. Τους χαιρέτισε εγκάρδια. Ιδιαίτερα, φυσικά, το Βάμβα. Όχι μονάχα εξαιτίας του αξιώματός του και της φήμης του. Αλλά και γιατί πρόσφατα, υποστηρίζοντας, μαζί με το Θεόκλητο Φαρμακίδη, τη μετάφραση των Γραφών στη νεοελληνική, τιμούσε την πνευματική κληρονομιά του μέντορά του Κοραή. Απέναντι στο Βάμβα, που είχε ήδη διαμορφώσει τον προσωπικό πνευματικό θρύλο, ο Πετρίτζης αισθανόταν άνετα. Ισότιμα, θάλεγε κανείς, έστω κι αν του έλειπε, αναμφίβολα, ο επιστημονικός οπλισμός εκείνου. Γιατί, απέναντι σ’ αυτό το σοφό που, παρά τη σοφία του και το γόητρό του ήταν υποχρεωμένος να εξαρτάται από την εύνοια των ισχυρών, έστω κι αν επρόκειτο για την προοδευτική κοινότητα της Ερμούπολης, διέθετε, χωρίς να είναι ζάπλουτος, οικονομική ανεξαρτησία. Και δεν ήταν δα και κανένας αγράμματος, όπως ο καημένος εκείνος Νικόλαος Πρασακάκης! Αλλά του άρεσε, “του πήγαινε” η πνευματική “μεσότητα” του Βάμβα. Που ήθελε, όπως κι ο Κοραής, να κρατήσει ό,τι ζωντανό από την παράδοση αλλά, ταυτόχρονα, να προχωρήσει σταθερά προς την πρόοδο, απορρίπτοντας δόγματα και προλήψεις. Ο Βάμβας “έπιασε” το ευνοϊκό κλίμα κι επωφελήθηκε της ευκαιρίας για μια ανάπτυξη της ιδεολογίας του. Όχι ιδιαίτερα περιεκτική ή λακωνική αλλά φλεγόμενη από τον πυρετό “των φώτων”.

“Ποία εκ των σημερινών εθνών ευτυχούν και δοξάζονται; Εκείνα βέβαια, των οποίων το πνεύμα βαδίζει εις το σκότος, και τα ήθη είναι άμορφα και διεστραμμένα πλάσματα αλόγων έξεων. Ποτέ δεν εστάθη έθνος ουδ’ οπωσούν ευτυχές και ένδοξον, του οποίου η δόξα και ευτυχία να μην ήσαν ανάλογον αποτέλεσμα της προόδου των νοητικών και ηθικών του δυνάμεων. Σύγκρινε τους βαθμούς της ευτυχίας ή δυστυχίας των εθνών με τους βαθμούς της πνευματικής και ηθικής των καταστάσεως και θέλει τους ευρείς εις παράδοξον αναλογίαν μεταξύ των. Αλλά δεν είναι τίποτε παράδοξον. Δεν είναι παρά το εν του άλλου άφευκτον αποτέλεσμα. Πλην, όσον χαίρει πας ειλικρινής φίλος της ανθρωπότητος εννοών τα λαμπρά και ωφέλιμα της μορφώσεως του κοινωνικού ανθρώπου αποτελέσματα, τόσον εξ εναντίας λυπείται, όταν βλέπη την βραδύτητα και δυσκολίαν αυτής, και τας εντεύθεν δυστυχίας του ανθρώπου, όταν μάλιστα βλέπη ότι το πλείστον μέρος της βραδύτητος ταύτης και δυσκολίας προέρχεται όχι εξ αυτής της φύσεως των πραγμάτων, αλλ’ εξ άλλων παρεκτροπών της ανθρωπίνης φαντασίας, και των ανθρωπίνων κλίσεων και παθών. Επειδή βέβαια ο άνθρωπος δεν έχει οίκοθεν καμμίαν γνώσιν ούτε του φυσικού τούτου κόσμου, εις τον οποίον εισέρχεται εν παρασιτικόν άτομον, ούτε των σχέσεων της ανθρωπίνης κοινωνίας, της οποίας γεννάται μέλος, αλλ’ έρχεται με δυνάμεις, απλώς είναι φυσικόν επόμενον να βραδύνη εις τον μέγαν τούτον δρόμον της αποκτήσεως των γνώσεων, επόμενον φυσικόν να πίπτη συχνά ως βρέφος, να εναγκαλίζεται πολλάκις απάτας αντί αληθειών, και πολλών αληθειών να μη γνωρίζη την ωφέλιμον εφαρμογήν εις τας χρείας του και εις απόκτησιν άλλων γνώσεων. Γνωστή, παραδείγματος χάριν, ήτον η εκλυστική δύναμις των ατμών, αλλά πόσοι χρόνοι επέρασαν έως αν γίνει πυξίς ναυτική! Πόσοι αιώνες έως αν γένωσιν υδραντλίαι και πλοία ατμοκίνητα! Μοίρια τοιαύτα παραδείγματα ημπορεί κανείς να εύρη εις την ιστορίαν των προόδων του ανθρωπίνου πνεύματος. Εις τον δρόμον όμως της κοινωνικής του ζωής έγιναν, και γίνονται, οίκοθεν παρεκτροπαί αντιτάττουσαι τα πλεόν μεγάλα εμπόδια εις την ανάπτυξιν του πνεύματός του και εις την λογικήν μόρφωσιν των ηθικών του δυνάμεων.

Η έξις, την οποίαν λαμβάνει με την πολυχρόνιον συνήθειαν εις ένα τινά δρόμον του ζην, του συλλογίζεσθαι, του εργάζεσθαι, η οίησις, η οποία τον κολακεύει και αναπαύει εις τα εαυτού, αι προσωπικαί, αι εθνικαί και αι θρησκευικαί προλήψεις και αντιπάθειαι, επεκτεινόμεναι εναντίον και εις αυτάς τα αλήθειας, όλα ταύτα και τα τοιαύτα κατασταίνουν πολύ δυσκολωτέραν και βραδυτέραν την τελειοποίησιν της ανθρωπίνης κοινωνίας παρ’ ότι είναι εκ της φύσεως, υποστηρίζοντα τας παρούσας ατελείας, εμποδίζοντα το πνεύμα από την παρατήρησιν και εκλογήν των κρειττόνων και αποκρούοντα την είσαξιν και παραδοχήν των ωφελιμωτέρων. Πόσας δυσκολίας, εναντιότητας, σατυρισμούς, πολλάκις δε και καταδρομάς, δεν εδοκίμασαν εις έκαστον έθνος οι μεγαλύτεροι ευεργέται της ανθρωπότητος, οσάκις από το αίσθημα της κοινής ωφελείας διεγειρόμενοι εζήτησαν ή βλαπτικάς συνηθείας να παύσωσιν, ή διεφθαρμένα ήθη να εκριζώσωσιν ή με νέας μεθόδους και ανακαλύψεις την πρόοδον των τεχνών και επιστημών να επιταχύνωσι;”

Ακούγοντας τη, μεστή ωστόσο, λογοδιάρροια του σεβαστού Γυμνασιάρχη, ο Πετρίτζης αναρριγούσε. Οραματιζόταν την εφαρμογή αυτής της ιδεολογίας στην πράξη. Στην Ερμούπολη. Σ’ αυτή την καινούργια κοινωνία που όμοιά της δεν υπήρχε αλλού στην Ελλάδα. Τώρα που, με την ίδρυση του Δήμου, αποκτούσε δυνατότητες μιας ακόμα πιο οργανωμένης πολιτικής ζωής και ευκαιρίες να αξιοποιήσει ακόμη περισσότερο τη δημιουργική ορμή της. Και μέσα του, με κάποιες ενοχές για τη φιλοδοξία του, πεθύμησε σφοδρά, να παίξει ηγετικό ρόλο σ’ αυτό το εγχείρημα…

Την ίδια ώρα που η ζεστή Δεκεμβριάτικη ημέρα του 1834 έσβηνε γλυκά χαϊδεύοντας τους οραματισμούς του Πετρίτζη, αρκετά ψηλότερα, από την ταπεινή κατοικία του που, ωστόσο, το ποίμνιό του επέμενε ν’ αποκαλεί “παλάτι” , ο ηγέτης της παλιάς Σύρας, των απωθημένων στον οχυρό βραχώδη λόφο τους γηγενών, καθολικός επίσκοπος της Σύρας Αλοϊσιος Μαρία Βλάγκης (Blancis), ένας τουρινέζος γενειοφόρος φραγκισκανός, ζυμωμένος με την πραγματικότητα της ορθόδοξης Ανατολής, ατένιζε στοχαστικά την απλωμένη στα πόδια του λόφου Ερμούπολη. Δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις για το μέλλον του ποιμνίου του, αυτής της μικρής συμπαγούς καθολικής κοινότητας του Αιγαίου που κατάφερε να επιζήσει χάρις στη φραγκική ευμένεια και την οθωμανική αδιαφορία τόσων αιώνων! Όσο κι αν η αμοιβαία θρησκευτική δυσπιστία και οι κοινωνικές διαφορές θα κρατούσαν τους αυτόχθονες συριανούς καθολικούς μακριά από τους πειρασμούς της ερμουπολίτικης Βαβυλώνας, θαρχόταν κάποτε μια μέρα που τα νοητά τείχη ανάμεσα σ’ αυτήν και στον αρχαϊκό λόφο του θα τα γκρέμιζε η ζωή! Κι απ’ αυτήν την ανάμιξη ο κερδισμένος δεν θα ήταν, βέβαια, ο οικονομικά, κοινωνικά, ιδεολογικά, αδύνατος. Ετούτοι οι σχισματικοί κουρελήδες που, σε λιγότερα από δέκα χρόνια, στριμωγμένοι στις αμμουδιές του γιαλού , ευπόρησαν με το εμπόριο και βάλθηκαν να κάνουν την πόλη τους νησίδα ευρωπαϊσμού στην καθυστερημένη Ανατολή, ήταν ικανοί για θαύματα! “Ίσως όμως”, σκέφτηκε, ο νευρώδης αεικίνητος Τουρινέζος, “νάναι καλύτερα έτσι. Αφού δεν καταφέραμε ν’ αφομοιώσουμε στο δυτικό πολιτισμό και κόσμο μας τούτους τους άτυχους υπηκόους των οθωμανών, ίσως να προσέλθουν σ’ αυτόν μοναχοί τους. Εκτιμώντας ελεύθερα την υπεροχή του. Κι αυτό θα συμβεί σίγουρα σε τούτο το νησάκι. Μια μικρή ευρωπαϊκή Ελλάδα, ένα καινούργιο, ζωντανό και δυναμικό είδος Ελλήνων ίσως κυοφορείται. Που κάποτε θ’ αδελφωθεί ομαλά κι αβίαστα μαζί μας. Αλλ’ ως τότε…”. Κι αφήνοντας το ανοιχτό του παράθυρο, γύρισε στα ταπεινό του γραφείο, πήρε τα φτερό του κι άρχισε να γράφει …

“Προς την Ιερά Σύνοδο για τη διάδοση της πίστης,

Η Ιερά Σύνοδος γνωρίζει τη μεγάλη αλλαγή που σημειώθηκε στο νησί αυτό λόγω της επανάστασης το 1821. Ας μη φανεί λοιπόν παράξενο ότι ως αποστολικός διαχειριστής και επίσκοπος της Εκκλησίας, αυτής, έκρινα καθήκον μου να φροντίσω για την επισκευή των ναών της πόλης και της υπαίθρου. Σ’ αυτό με ώθησε και ο ζήλος των 20.000 Ελλήνων προσφύγων που κατασκεύασαν περίλαμπρους ναούς ενώ οι δικοί μας βρίσκονταν σε κακή κατάσταση. Πριν 15 χρόνια, ο μακαρίτης επίσκοπος Ρουσσίν, κρίνοντας ότι έπρεπε να ξαναχτιστεί η μητρόπολη που δεν αρκούσε ούτε για τους μισούς πιστούς τις μέρες των γιορτών, απευθύνθηκε στις Σεβασμιότητές σας. Όμως τα προβλήματα της Επαρχίας δεν επέτρεψαν την υλοποίηση των σχεδίων του που ενέκρινα ως αποστολικός διαχειριστής. Από τότε όμως οι Έλληνες έκτισαν τους δικούς των μεγαλοπρεπείς ναούς ενώ εμείς δε διαθέταμε στην πόλη τους παρά μια μικρή εκκλησία. Το 1828, ο Γρηγόριος Στέφανος, πρόξενος της Αυστρίας , με τη δική μου υπόδειξη, ίδρυσε τρίκλιτο ναό για 600 πιστούς. Το 1829, αφού απέκτησαν την άδεια, ίδρυσα για την εξυπηρέτηση των πιστών ενορία στη μικρή εκκλησία του Αγίου Σεβαστιανού που βρίσκεται στους πρόποδες του λόφου. Τότε ανήγγειλα στο λαό ότι το μέγεθός της θα έπρεπε να τριπλασιαστεί. Αυτό έγινε εντός οχτώ μηνών. Έπειτα ήρθε η σειρά της μητρόπολης που γίνονταν όλο και πιο ασφυκτική τις εορτές. Απευθύνθηκα λοιπόν στους πιστούς την ημέρα του Αγίου Γεωργίου και όρισα Επιτρόπους γα τη συλλογή χρημάτων. Στη Κοινότητα υπενθύμισα την υπόσχεση που είχε δώσει πριν τέσσερα χρόνια στο βωμό του Αγίου. Η προσπάθειά μου για το θεάρεστο αυτό έργο έδωσε καρπούς. Με τη συμπαράσταση 4 Επιτρόπων, 4 Κληρικών και 2 Λαϊκών, ο λαός πρόσφερε ό,τι μπορούσε. Το ίδιο έγινε με τους πιστούς της Κωνσταντινούπολης. Έτσι, όπως διαπιστώνεται στη συνημμένη κατάσταση, συγκεντρώθηκαν 23.155 πιάστρες ……”

Μάρκος Δ. Φρέρης