Μ. Φρέρης

Εκτύπωση

"Χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους" του Μ. Φρέρη

την .

Αξιολόγηση Χρήστη:  / 0
ΧειρότεροΚαλύτερο 
Η, σε πλήρη όξυνση την ώρα της σύνταξης του παρόντος άρθρου, εκκλησιαστική κρίση ξανάφερε στο πολιτικό μας προσκήνιο το ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας. Αφού η, ειρήμην της Πολιτείας, σύγκρουση μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της αυτοκέφαλης ελλαδικής Εκκλησίας, οδηγεί τη χώρα σε μείζονα πολιτικά αδιέξοδα. Η αίσθηση, μάλιστα, ότι τ’ αδιέξοδα αυτά, όσο λυπηρά καθαυτά κι αν είναι, θα είχαν περιοριστεί στον εκκλησιαστικό χώρο και δεν θα είχαν τις απειλούμενες ήδη βαρύτατες πολιτικές τους συνέπειες, αν η Πολιτεία και η Εκκλησία ήταν στον τόπο μας χωρισμένες, προκάλεσε ένα, ενδεχομένως πρόσκαιρο, λαϊκό ρεύμα υπέρ του χωρισμού τους. Αυτού που, μόλις πριν λίγα χρόνια, και οι δύο πολιτικές δυνάμεις εξουσίας είχαν αποκλείσει, ως ανώριμο, του τότε εν εξελίξει κι αποκρυσταλλωθέντος το 2001 αναθεωρητικού του Συντάγματος εγχειρήματος. Κι ας τον είχε περιλάβει η μια απ’ αυτές (και τότε πλειοψηφική), ήδη από τη μακρινή 3η Σεπτεμβρίου 1974 στην “τρελλώς κι απατηλώς” ονειρική αυθημερόν ιδρυτική της διακήρυξη!

Το ζήτημα του χωρισμού της Εκκλησίας από την Πολιτεία είναι αρκετά σοβαρό για να λυθεί απλώς βάσει των αποτελεσμάτων της τελευταίας πριν από την αναγκαία διαδικασία αναθεωρήσεως του Συντάγματος και της σχετικής πρόβλεψής του σφυγμομέτρησης της κοινής γνώμης! Ως παρεπόμενο δηλ. αντιστοίχως μιας θρησκευούσας ή κοσμικής ιδεολογικής μόδας!! Το 1975 π.χ., με την υπόληψη της ελλαδικής εκκλησίας ως συνόλου στο ναδίρ της εξαπίας της συνεργασίας της με τη βάρβαρη δικτατορία του ’67, με τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων αριστερίζουσα ή αριστεροφανή και άρα αντιθρησκευτική θα έπρεπε το διόλου αριστερό αλλ’ απλώς στοιχειωδώς εκσυγχρονιστικό αυτό πολιτικό μέτρο να είχε καθιερωθεί μετά βαϊων και κλάδων από το νέο μας Σύνταγμα! Πράγμα που παραλίγο και να συμβεί!

Και μάλιστα από τη σαρωτικά νεοδημοκρατική (δηλ. δεξιά) πλειοψηφία της τότε Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής. Σε δύο, ωστόσο, συνταγματικές αναθεωρήσεις που ακολούθησαν, το 1986 και το 2001, με πολιτική πλέον πρωτοβουλία και ηγεμονία του κόμματος που στην Ε’ Αναθεωρητική Βουλή είχε σθεναρά διεκδικήσει, εις μάτην, μεταξύ άλλων πολύ ριζοσπαστικότερων ρυθμίσεων, και το χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, ο τελευταίος έγινε “γαργάρα”. Όχι γιατί τον αποδοκίμασε ευθέως, στις δεδομένες στιγμές ο λαός. Αλλά γιατί δεν τον επιθυμούσε η Εκκλησία! Που εκλαμβανόταν, σωστά ή λαθεμένα, ως ικανή να επηρεάσει αναλόγως της ευαρέσκειας ή δυσαρέσκειάς της προς τα πολιτικά κόμματα εξουσίας, τους εκλογικούς συσχετισμούς.

Όπως είναι γνωστό, ο υπερφαινόμενος δεν είναι πνευματικό τέκνο της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Ορθοδοξίας γενικότερα. Δεν είναι, έτσι, ο αντικειμενικότερος συνήγορος του χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας. Αφού αυτός θα σημάνει το τέλος του επίσημου, κρατικού, χαρακτήρα μιας Εκκλησίας, στην οποία δεν ανήκει. Εκθέτει την άποψή του ως φιλελεύθερος νομικός! Όσοι εμπιστεύονται την ικανότητά του ν΄ αρθεί υπεράνω του προσωπικού του οφέλους από την αποκρατικοποίηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, ας τη διαβάσουν!

Δεν θα επαναλάβω εδώ τα υπέρ του χωρισμού επιχειρήματα. Ούτε θα επικαλεστώ τα σαφώς πλειοψηφικά στον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό αλλοδαπά πρότυπά του. Θεωρώ επίσης δεδομένη την (τουλάχιστον επίσημη) εκκλησιαστική δυσμένεια προς το μέτρο. Θα υπεραμυνθώ του χωρισμού μόνο ως πολιτικής αναγκαιότητας. Και θα προσπαθήσω ν’ αποδείξω πόσο πολιτικά (αλλά και μικροπολιτικά) ακίνδυνος είναι.

Η εξαιτίας του κατ’ ευφημισμόν αποκαλούμενου “συστήματος της νόμω κρατούσης πολιτείας” διαπλοκή Εκκλησίας και Πολιτείας στον τόπο μας έχει ρυμουλκήσει, τελευταία, την Πολιτεία και συγκεκριμένα την παρούσα κυβέρνηση, στον πολιτικώς αβυσσαλέο γκρεμό μιας σύγκρουσης με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που ούτε την επιθυμεί ούτε η ίδια την αποφάσισε! Επιδιώχτηκε από την ελλαδική Εκκλησία ή, εν πάση περιπτώσει, προέκυψε από ενέργειες της τελευταίας. Που, η, Πολιτεία, παρά την ενδεχόμενη (πιθανή μάλλον) αντικανονικότητά τους, είναι νομικά υποχρεωμένη να καλύψει λόγω της μη αντίθεσή τους προς τους νόμους του ελληνικού κράτους. Αν Εκκλησία και Πολιτεία ήταν χωρισμένες, η διένεξη Φαναριού και Αθηνών θα παρέμενε αμιγώς ενδοεκκλησιαστική και θα ρυθμιζόταν αποκλειστικά από τους ιερούς κανόνες. Δεν θα είχε την παραμικρή επιρροή στις σχέσεις της ελληνικής Δημοκρατίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Που είναι κα πρέπει να μείνει το (εν παρόδω ελληνόφωνο) κέντρο του Ορθόδοξου κόσμου, στον οποίο ανήκει η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών της, το γυμνό αλλ’ ισχυρό σύμβολο της δογματικής του ενότητας. Διαφορετικά, αν δηλ. η ίδια η ελληνική Πολιτεία συμπράξει στην αποδυνάμωσή του, τότε ή θα το υποκαταστήσει κάποιος από τους αλλογενείς πληθυσμιακά και διοικητικά ισχυρότερους πόλους Ορθοδοξίας ή η παγκόσμια Ορθοδοξία θ’ αποσυναρμολογηθεί σ’ εθνοφυλετικά καπετανάτα, χωρίς καμιά, έστω χαλαρή, έστω συμβολική μόνο, διοικητική ενότητα και μ’ επισφαλή πλέον την ίδια τη δογματική ενδοκοινωνία της!

Τις γραμμές αυτές δεν εμπνέει η πασίγνωστη στους αναγνώστες της στήλης αυτής προτίμησή της προς την προσωπικότητα του Οικουμενικού Πατριάρχη έναντι αυτής του Αρχιεπισκόπου Αθηνών. Ούτε η πεποίθησή της για την ποιοτική – αισθητική υπεροχή του έμψυχου και άψυχου δυναμικού της εκατέρωθεν αποκαλούμενης “Μητέρας Εκκλησίας” έναντι του φερόμενου ως “άσωτου” τέκνου της. Από την αρχή (και έκτοτε πολλαπλώς και ανεξαιρέτως δικαιολογημένα)επιφυλακτικός απέναντι στον παρόντα προκαθήμενο της Ελλαδικής Εκκλησίας, θα προτιμούσα ωστόσο εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριάρχη λιγότερη επιθετικότητα στις δίκαιες εμμονές του. Αφού η επιθετικότητα αυτή κατανάγκην δεν εξαντλείται στον όντως παραβατικό Προκαθήμενο της Ελλαδικής Εκκλησίας αλλ’ επεκτείνεται και στο αθώο κληρικό και λαϊκό στοιχείο της. Αλλά αυτή η ρήξη δεν είναι η σύγκρουση δύο εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων, ώστε ο καθένας μας να πάρει θέση ανάλογα με τις προσωπικές του συμπάθειες, Πρόκειται για μια νομοκανονική διαφορά με τεράστιες εκκλησιαστικές και πολιτικές επιπτώσεις. Ως προς την κανονική διάστασή της δε νομίζω πως μπορεί σοβαρά ν’ αμφισβητηθεί το δίκαιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ως προς την, από πλευράς πολιτειακής δικαιικής τάξεως, αξιολόγησή της, η πρόσφατα δημοσιευμένη γνωμοδότηση του ομότιμου καθηγητή της Πολιτικής Δικονομίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Κώστα Μπέη με έπεισε για την (οπωσδήποτε όχι δια γυμνού νομικού οφθαλμού ορατή) ισχύ της Πατριαρχικής Πράξης του 1928 στην εσωτερική έννομη τάξης μας. Η αμφιλεγόμενη, εντούτοις, νομιμότητα της μιας ή της άλλης λύσης, οδηγεί αναπότρεπτα την ελληνική πολιτεία στο επικίνδυνο και ολισθηρό έδαφος μιας καθαρά πολιτειακής επιλογής. Όπου καλείται να διαλέξει ανάμεσα στη Σκύλλα της εκατέρωθεν βλαπτικής ρήξης μεταξύ του Οικουμενικού Θρόνου και της μόνης άλλης (με την εξαίρεση της Εκκλησίας της Κύπρου) εθνικά ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας και τη Χάρυβδη της, υποτίθεται, μικροπολιτικώς θανατηφόρας δυσφορίας του ελλαδικού “παπαδαριού” ( ο όρος είναι ο συνήθης του παρασκηνιακού πολιτικού μας ιδιώματος).

Ε, λοιπόν, ο πολιτικά ρυθμιστικός ρόλος της δυσφορίας αυτής, της εκάστοτε δηλ. ευμένειας ή δυσμένειας της ελλαδικής εκκλησίας απέναντι σε μια πολιτική παράταξη ανάλογα με τη συμμόρφωση της παράταξης αυτής στις επυθυμίες της, είναι ένας από τους μεγαλύτερους πολιτικούς μας μύθους! Κι ας “άδειασε για να περιοριστούμε σε παραδείγματα από την εντελώς πρόσφατη ιστορία μας) το 1987 ο Ανδρέας Παπανδρέου το μακαρίτη Αντώνη Τρίτση, υπαναχωρώντας, ταπεινωτικά για τον ίδιο και την κυβέρνησή του, από την ήδη νομοθετημένη ρύθμιση του ζητήματος της εκκλησιαστικής περιουσίας! Κι ας έσπευσε, το 2000, ο σημερινός πρωθυπουργός να υπογράψει οικογενειακώς στο κατά της διαγραφής του θρησκεύματος από τις ταυτότητες εκκλησιαστικό “δημοψήφισμα”! Κι ας διαγκωνίστηκαν, την ίδια εποχή, ν’ ασπαστούν την αρχιεπισκοπική ποδιά, διαφοροποιούμενα από τον ηγέτη τους, τα περισσότερα πρωτοκλασάτα στελέχη του ΠΑΣΟΚ (Βενιζέλος, Λαλιώτης, Ευθυμίου κλπ. “ευσεβείς, άλλοτε θιασώτες του τριτοσεπτεμβριανού μαρξίζοντος ριζοσπαστισμού”)!! Κι ας έθεσε, το 2002, ο σημερινός ηγέτης του ΠΑΣΟΚ και κήρυκας των “μεγάλων ανατροπών” (!) υπό την κρίση του παντελώς αναρμόδιου αρχιεπισκόπου βασικά ζητήματα της εξωτερικής μας πολιτικής, όπως το σχέδιο Ανάν!!! Παρά τον εκ μέρους του αρχιεπισκόπου συσχετισμό του εκλογικού αποτελέσματος προς την διαφημιζόμενη ως απροσμάχητη “Δεξιά του Κυρίου”, μάλλον τα εκκλησιαστικώς αδιάφορα, αμιγώς κοσμικά, κυβερνητικά, αμαρτήματα του ΠΑΣΟΚ κι όχι η προς αυτό δυσμένεια της ποιμαίνουσας εκκλησίας χάρισαν τη νίκη στη Νέα Δημοκρατία! Επομένως, ο χωρισμός της Εκκλησίας από το Κράτος δεν πρόκειται να βλάψει την πολιτική εκείνη παράταξη που θ’ αναλάβει την πρωτοβουλία του ή θα συναινέσει σ’ αυτόν. Αντίθετα, θα ωφελήσει (αν, επιτέλους, αυτό μετρά καθόλου για τις πολιτικές μας ηγεσίες!) τόσο την Εκκλησία όσο και την Πολιτεία! Γιατί θ’ απαλλάξει και τις δύο από ασυμβίβαστες με την ευαγγελική πολιτική ουδετερότητα της πρώτης και το νεοτερικό θρησκευτικό αποχρωματισμό της δεύτερης νοθεύσεις εκατέρας. Αυτές που, στους περίπου δύο ήδη αιώνες ελεύθερου (το κατά δύναμιν!) πολιτειακού βίου εξευτελίζουν παρ’ ημίν εξίσου Θρησκεία και Δημοκρατία!!

Σε δύο μόλις χρόνια τα ζήτημα που κατέστησε οξέως επίκαιρο η εν πλήρει εξελίξει και άδηλης εκβάσεως εκκλησιαστική και, ως μη όφειλε, πολιτική περιπέτεια των μητροπόλεων των Νέων Χωρών, θα μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί ριζικά με μια αναθεώρηση του ισχύοντος συνταγματικού καθεστώτος πολιτικοεκκλησιαστικών σχέσεων. Έστω και ως μοναδικό της αντικείμενο πρέπει όλες οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου να το τολμήσουν!


Μάρκος Δ. Φρέρης